Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

στο χρώμα της λεβάντας...


Ένα μικρό κοριτσάκι με πυρρόξανθες πλεξούδες κλαίει και ουρλιάζει...
Προσπαθεί να πείσει τη μαμά του να της πάρει εκείνο το κουνέλι στο χρώμα της λεβάντας με την αστεία μουσούδα και τα πεστά αυτιά που έχουν όλα τα παιδάκια στο σχολείο. Μόνο εκείνη δεν έχει. Και δεν είναι που ζηλεύει.
Όχι. Το αγαπάει αυτό το κουνέλι...
Μέρες παρακαλάει γι' αυτό το κουνέλι, μήνες, χρόνια... Εκεί που όλες οι φίλες της το έχουν καταχωνιάσει σε ένα σκοτεινό συρτάρι, εκεί που η μόδα του έχει περάσει, εκείνη ακόμα το λαχταράει... το θέλει τόσο πολύ που θα σκάσει...
Όμως έχει κουραστεί να παρακαλάει... Έχει καταλάβει πως όσο και να χτυπηθεί δεν θα της το πάρουν το λιλά κουνέλι. Σχεδόν δεν την ακούνε. Απορροφημένοι από τις δουλειές τους και τα άγχη τους δεν μπορούν να καταλάβουν πόσο ανάγκη έχει εκείνο το κουνέλι...
Και κάποια στιγμή σωπαίνει, κουράζεται, παύει να το απαιτεί, όμως δεν παύει να το αγαπάει κρυφά και νοσταλγικά... Σχεδόν μυρίζει το απαλό άρωμα της φρουφρουδένιας γούνας του. Το βλέπει στον ύπνο της και της κουνάει τα αυτιά του χαριτωμένα... Και όσο το νοσταλγεί, όσο προσπαθεί να συνηθίσει στην ιδέα ότι ποτέ δεν θα το αποκτήσει, τόσο φοβάται... Πως τη στιγμή που θα βρεθεί στο δωμάτιο της φίλης της, ίσως μπει στον πειρασμό να ανοίξει το σκοτεινό συρτάρι και να αρπάξει το κουνέλι που τόσο λαχταράει.
Ίσως το κρύψει στην πάνινη τσάντα της και το χώσει κρυφά σε ένα μυστικό σημείο του δωματίου της για να μην το ανακαλύψουν η μαμά και ο μπαμπάς... Και όταν πια θα έχει το κουνέλι αγκαλιά κρυφά τα βράδια, τότε θα διαπιστώσει πως δεν ήταν η έλλειψη του αστειόζου κούνελου που την στεναχωρούσε τόσο πολύ. Ήταν η διαπίστωση πως οι γονείς της αδιαφορούσαν για την ανάγκη της να τον αποκτήσει. Δεν έκαναν ούτε μια προσπάθεια να καταλάβουν πόσο τον αγαπούσε. Δεν έκαναν καν τον κόπο να της ζωγραφίσουν έναν ίδιο κούνελο σ' 'ενα χαρτί για να της αποδείξουν πως ακόμα κι αν δεν έχουν τα χρήματα να της τον αγοράσουν, νιώθουν την ανάγκη της και την επιθυμία της. Εκείνοι αντίθετα έκλειναν τα αυτιά και χωνόντουσαν σε ένα τετράγωνο κουτί με ηχομόνωση για να μην φτάνει η παρακλητική φωνή της μικρής στ' αυτιά τους.
Και τώρα μπορεί να κρατάει τον κούνελο αγκαλιά στο σκοτάδι, αλλά κατά βάθος θέλει να τους τον τρίψει στη μούρη και να τους πει ότι εκείνοι φταίνε που βούτηξε τον κούνελο της καλύτερής της φίλης. Εκείνοι που δεν την πήραν καν αγκαλιά, δεν της έκαναν αστείες γκριμάτσες για να σκάσει στα γέλια, που αφοσιώθηκαν στις δουλειές τους και χέστηκαν για τον κούνελο και τα πεστά αυτιά του, που πίστεψαν πως το κοριτσάκι τους θα είναι μια χαρά και χωρίς αυτόν αφού έπαψε να τον ζητάει πια... Βολικό... Που πείστηκαν πως οι ανάγκες που εκείνοι θεωρούν σημαντικές είναι το ίδιο σημαντικές για εκείνη.
Μια πανάκριβη Μπάρμπι, ένας καταθετικός λογαριασμός, ένα φουσκωτό κέικ με ροζ γλάσσο, ένα κατακόκκινο γυαλιστερό ποδήλατο, μια μεζονέτα, μια πισίνα.
Θα τραβήξει τις κοτσίδες της!!!
Γαμώτο!
Τι να τα κάνω όλα αυτά;
(τραβάει τις κοτσίδες της)
Εγώ θέλω τον κούνελο λέμε!
Και η άρνηση συνεχίζεται. Όχι, δεν προσπάθησε ποτέ να κλέψει τον κούνελο της φίλης της. Δεν θα ήταν έντιμο. Δεν έκανε καν κίνηση να ανοίξει το συρτάρι...
Όμως ο πόνος που έχει φωλιάσει στην μικροσκοπική καρδούλα της δεν λέει να φύγει... Γιατί δεν την καταλαβαίνουν; Γιατί; Νιώθει τόσο μόνη... Και δεν της λείπει το λιλά του χρώμα, τα χνουδωτά αυτιά και η αστεία μουσούδα.
Της λείπει η κατανόηση και η αγάπη...

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Επιστροφή....


Ο ήλιος έχει πέσει... Οι ρόδες στροβιλίζονται σαν τρελές στον υπέροχα ασφαλτοστρωμένο αυτοκινητόδρομο και ένα φεγγάρι λεμονόφετα έχει σκάσει μύτη κάπου εκεί δεξιά, στον ουρανό... Τόσο καλοσχηματισμένο που θα μπορούσες να το πετάξεις μέσα σ' ένα ποτήρι κόκα κόλα και να το πιεις μονορούφι...
Τα μάτια μου κοιτάζουν γύρω χωρίς να πιάνουν ούτε μια εικόνα. Η κίνησή τους μηχανική, σχεδόν ρομποτική για να καλύψει τις εκατοντάδες σκέψεις που έχουν γίνει μαλλιά κουβάρια στο μυαλό μου. Να κατηγορήσω το αεράκι; τη γύρη; τον ανάδρομο Ερμή ή τον εαυτό μου που η καρδιά μου τον τελευταίο καιρό έχει πάρει ένα γκρίζο σταχτί χρώμα με ελάχιστα ροζ πτι πουά ; Που το μυαλό μου εργάζεται και επεξεργάζεται ασταμάτητα σκέψεις, πάθη, καταστάσεις, εικόνες, συναισθήματα, άσχημες στιγμές, ελλείψεις.. Που μόνο του ρωτάει, μόνο του απαντάει, μόνο του παίρνει αποφάσεις, ύστερα δεν τις τηρεί, ύστερα κλαίει και αδρανεί...
Τι φταίει που θέλω να φωνάξω "είμαι εδώ!" αλλά όπως σε όνειρο αισθάνομαι αόρατη, άυλη, ανήμπορη να κάνω τους ανθρώπους γύρω μου να με δουν;
(Μα αφού είσαι αόρατη βρε ηλίθια!)
Πετάω πάνω μου γκλίτερ, πασαλείβομαι με μπογιά, χτυπιέμαι, ουρλιάζω, φωσφορίζω, ορμάω, σκάω πάνω στον τοίχο και σπάω σε εκατομμύρια μικροσκοπικά κρυσταλλάκια, κάνω κρότο όμως εγώ τα κάνω, εγώ τα ακούω...
Και όσο διαπιστώνω πως η φωνή μου δεν είναι αρκετή, το χρώμα μου είναι διάφανο, η λάμψη μου είναι θολή, τόσο λουφάζω και εγκαταλείπω την προσπάθεια. Οι μυς μου κουράζονται, οι αντοχές μου με εγκαταλείπουν, τα νεύρα μου ατονούν και η κατάστασή μου θυμίζει εκείνο το φοβερό ροκ συγκρότημα που τραγουδούσε το "σμελς λάικ τιν σπίριτ"... Νιρβάνα... Καταστολή... Και θέλω να κάνω ΤΟΣΑ πολλά πράγματα.....